Το Αγριόγιδο

  Το γένος του Αγριόγιδου (Rupicapra sp.) ανήκει στην τάξη των Αρτιοδάκτυλων θηλαστικών (Artiodactyla) και αποτελεί μέλος της οικογένειας Bovidae. Ειδικότερα, περιλαμβάνεται στην υπο-οικογένεια των Αιγαγροειδών (Caprinae) και πιο συγκεκριμένα στην ολιγάριθμη ομάδα των Rupicaprini. Το γένος του Αγριόγιδου (Rupicapra sp.) χωρίζεται σε δύο είδη: στο Βόρειο Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra) και στο Νότιο Αγριόγιδο (Rupicapra pyrenaica). Στην Ελλάδα όλα τα αγριόγιδα ανήκουν στο Βόρειο Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra) και πιο συγκεκριμένα σε ένα από τα επτά υποείδη αυτού, το οποίο είναι το Αγριόγιδο των Βαλκανίων (Rupicapra rupicapra balcanica).

  Η υποοικογένεια Caprinae είναι μια από τις εννέα υποοικογένειες της οικογένειας Bovidae, τα μέλη της οποίας απαντώνται αποκλειστικά στο Βόρειο ημισφαίριο, με εξαίρεση τυχόν τεχνητές εισαγωγές που έχουν γίνει από τον άνθρωπο σε άλλες περιοχές του πλανήτη τα τελευταία 100 χρόνια. Όλα τα μέλη της υποοικογένειας Caprinae έχουν κέρατα και κατά κανόνα χαρακτηρίζονται από έντονες διαφορές τόσο μεταξύ των διαφόρων ειδών όσο και -συνήθως- μεταξύ των δύο φύλων του ιδίου είδους στο μέγεθος και στο σχήμα των κεράτων.

  Σχεδόν όλα τα είδη χαρακτηρίζονται από μεγάλη κοινωνικότητα και σχεδόν όλα παρουσιάζουν έναν έντονο σεξουαλικό διμορφισμό –εκτός από το Αγριόγιδο και γενικότερα την ομάδα των Rupicaprini. Με εξαίρεση την περίοδο του ζευγαρώματος, στα περισσότερα είδη τα αρσενικά και τα θηλυκά ζουν σε ξεχωριστές ομάδες και συνήθως εκδηλώνουν ένα σύνθετο ρεπερτόριο προτύπων κοινωνικής συμπεριφοράς.

  Με μια πρώτη ματιά το Αγριόγιδο παρουσιάζει ομοιότητα με την οικιακή κατσίκα (αίγα), από όπου και -προφανώς- προέκυψε το κοινό όνομά του το οποίο λίγο πολύ είναι παρόμοιο σε όλες τις Βαλκανικές χώρες. Ωστόσο, το Αγριόγιδο χαρακτηρίζεται από μια αισθητά πιο συμπαγή δομή σώματος και διαθέτει μια σειρά ιδιαίτερων μορφολογικών και ηθολογικών χαρακτηριστικών, τα οποία στην πραγματικότητα αποτελούν προσαρμογές στο περιβάλλον των μεγάλων υψομέτρων. Άλλωστε φυλογενετικά το Αγριόγιδο απέχει πολύ από τα φαινομενικά όμοιά του διάφορα άγρια και εξημερωμένα είδη των αιγών και των προβάτων.

  Ένα από τα κύρια γνωρίσματα του αγριόγιδου είναι ότι όλα τα άτομα, ανεξαρτήτως φύλου, φέρουν στην κεφαλή ένα ζευγάρι κέρατα στο χρώμα του έβενου, τα οποία είναι όρθια, αλλά οι άκρες τους περιστρέφονται προς τα πίσω και μοιάζουν με άγκιστρα. Τα κέρατα αυξάνουν καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του αγριόγιδου, αν και η ανάπτυξη αυτών είναι περισσότερο έντονη στα τρία πρώτα χρόνια της ζωής τους.

  Όσον αφορά στο τρίχωμα, το αγριόγιδο διαθέτει έναν χαρακτηριστικό λευκό χρωματισμό στο πρόσωπο, το οποίο στολίζεται από δύο σκούρες ζώνες που ξεκινώντας από τα αυτιά καταλήγουν στα ρουθούνια, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι το ζώο φοράει μια μάσκα. Παρουσιάζει μια εποχιακή διαφοροποίηση του τριχώματός του σώματός του, με εξαίρεση την περιοχή του προσώπου, της ουράς και της κοιλιακής χώρας όπου τα άτομα του είδους διατηρούν το λευκό (ενδεχομένως ανοιχτό μπεζ) χρωματισμό.

  Το χειμερινό τρίχωμα, σε σύγκριση με το καλοκαιρινό, είναι πυκνότερο και τα αρσενικά εμφανίζουν μια σχεδόν εντελώς μαύρη απόχρωση, ενώ τα θηλυκά πολύ σκούρα καφετιά.

  Το καλοκαιρινό τρίχωμα είναι καφετί προς μπεζ και συνήθως –σε αντίθεση με το χειμώνα- τα αρσενικά είναι περισσότερο ανοιχτόχρωμα. Το αγριόγιδο παρουσιάζει έναν ανεπαίσθητο φυλετικό διαχωρισμό και ζυγίζει –ανάλογα με το υποείδος στο οποίο ανήκει- 22 με 62 κιλά (σπάνια περισσότερο από 50 κιλά) με τα θηλυκά να είναι 8 με 12 κιλά ελαφρύτερα από τα αρσενικά της ίδιας ηλικίας. Τα αρσενικά μπορούν να φτάσουν σε ύψος έως το ακρώμιο στα 75- 85 cm και σε μήκος -από το εμπρός μέρος της κεφαλής έως την ουρά- στα 115 - 140 cm, ενώ τα θηλυκά μπορούν να φτάσουν σε ύψος στα 65 - 75 cm και σε μήκος στα 110 - 130 cm.

  Όπως τα περισσότερα μεγάλα θηλαστικά που ζουν στα βουνά, το αγριόγιδο ανέπτυξε ειδικές προσαρμογές για να αντιμετωπίσει τα κυριότερα ζητήματα του περιβάλλοντός του, δηλαδή: (α) τη μειωμένη περιεκτικότητα του αέρα σε οξυγόνο, (β) τις ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες, (γ) την κίνηση σε ιδιαίτερα επικλινή εδάφη και σε ποικι¬λία υποστρωμάτων και (δ) την επιβίωση κατά τη διάρκεια του χειμώνα σε συνδυασμό με τα περιορισμένα τροφικά αποθέματα.

  Στα μεγάλα υψόμετρα παρατηρείται μια αισθητή μείωση της ατμοσφαιρικής πίεσης και κατά συνέπεια της περιεκτικότητας σε οξυγόνο. Για την ακρίβεια, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 2000m ή και ακόμα παραπάνω, όπου συναντούμε συνήθως τα αγριόγιδα, το οξυγόνο μειώνεται κατά 22% με 33%. Για να δεσμεύσει και να τροφοδοτήσει τον οργανισμό του με οξυγόνο, το αγριόγιδο διαθέτει μία ιδιαίτερα μεγάλη καρδιά σε σχέ¬ση με το μέγεθος του, η οποία ζυγίζει 300 με 350 γραμμάρια στα ενήλικα άτομα, βάρους 30 με 50 κιλών. Επίσης, σε κάθε κυβικό χιλιοστό αίματος περιέχονται 12 με 13 εκατομμύρια ερυθρών αιμοσφαιρίων και οι σφυγμοί του αγριόγιδου συνήθως είναι 80 με 85 ανά λεπτό, αλλά μπορεί να φτάσουν και τους 200 ανά λεπτό σε περιπτώσεις έντονης ενεργητικότητας. Για λόγους σύγκρισης, αναφέρεται ότι η καρδιά ενός ανθρώπου, βάρους 60 με 80 κι¬λών, ζυγίζει 300- 500 γραμμάρια και περιέχει μόνο 4 με 5 εκατομμύρια ερυθρά αιμοσφαίρια ανά κυβικό χιλιοστό. Επίσης, οι πνεύμονες του αγριόγιδου είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένοι και φτάνουν σε βάρος το 1 κιλό.

  Αναφορικά με το ψύχος, το αγριόγιδο το ξεπερνά με τη βοήθεια του πυκνού χειμερινού τριχώματος, που αποτελείται από τρία στρώματα σε συνδυασμό με το σκούρο καφέ -σχεδόν μαύρο- χρώμα του σώματος που επι-τυγχάνει την καλύτερη δυνατή απορρόφηση της ηλιακής ακτινοβολίας.

  Το αγριόγιδο είναι απόλυτα προσαρμοσμένο στην κίνηση στα απόκρημνα εδαφικά υποστρώματα των βουνών. Τα δύο δάκτυλα των ποδιών του μπορεί να αποκλίνουν μεταξύ τους και να κινούνται μπρoς και πίσω το ένα σε σχέση με το άλλο, πράγμα που τους επιτρέπει να είναι πάντα ταυτόχρονα σε απόλυτη επαφή με το έδαφος. Οι οπλές έχουν μια ιδιαίτερη διαμόρφωση με κοίλο πέλμα και κατάλληλο υλικό, που αυξάνει την πρόσφυση στα βράχια, αιχμηρό εμπρόσθιο άκρο και σκληρή και αιχμηρή εξωτερική άκρη που διευκολύνει το βάδισμα στο παγωμένο χιόνι ή την κίνηση σε απότομες πλαγιές με χορτάρι. Επιπλέον, ανάμεσα από τα δύο δάκτυλα των ποδιών και στο ψηλότερο τμήμα του ανοίγματός τους, υπάρχει μια ειδική κατασκευή, που είναι σκεπασμένη με τρίχες, η οποία τεντώνει όταν απομακρυνθούν τα δύο δάκτυλα μεταξύ τους και έτσι περιορίζεται το βύθισμα σε σχετικά μαλακό χιόνι.

  Τέλος, το πεπτικό σύστημα του αγριόγιδου, που είναι παρόμοιo με εκείνο των άλλων μηρυκαστικών, έχει τη στομαχική μικροχλωρίδα που χρειάζεται, ώστε να αξιοποιεί αποτελεσματικότερα την σκληρή και κακής ποιότητας τροφή που αναγκάζεται να καταναλώνει το χειμώνα. Πέρα από αυτό, η επιβίωση του αγριόγιδου κατά τον χειμώνα εξασφαλίζεται κατά κύριο λόγο από τα ενεργειακά αποθέματα που συνέλεξε κατά το καλοκαίρι και τα οποία αποθηκεύονται κυρίως στο ήπαρ και τους μυς ως γλυκογόνο και ειδικά γύρω από τα νεφρά και κάτω από το περιτόναιο, ως ποσότητα λίπους.

  

  Τα αγριόγιδα του γένους Rupicapra sp., σε παγκόσμιο επίπεδο, συναντώνται στις μεγάλες οροσειρές της Ευρώπης και της Δυτικής Ασίας (Μικρά Ασία και Καύκασος) και διαχωρίζονται σε δύο είδη:

(α) Το Βόρειο Aγριόγιδο (Rupicapra rupicapra) και

(β) Το Νότιο Aγριόγιδο (Rupicapra pyrenaica).

  Το Βόρειο Aγριόγιδο (R. rupicapra) παρουσιάζει μια εκτεταμένη γεωγραφική κατανομή σε ορεινές περιοχές που αρχίζουν στα δυτικά από τη Γαλλία και φτάνουν έως τα ανατολικά όρια της γεωγραφικής κατανομής του γένους στον Καύκασο.   

  Περιλαμβάνει συνολικά επτά υποείδη:

• Το αγριόγιδο των Καρτουσιανών ορέων (R. rupicapra cartusiana) στη Γαλλία,

• Το αγριόγιδο των Άλπεων (R. rupicapra rupicapra) στις Άλπεις,

• Το αγριόγιδο στα όρη Τάτρα (R. rupicapra tatrica), που βρίσκονται στα σύνορα Σλοβακίας και Πολωνίας,

• Το αγριόγιδο των Καρπαθίων (R. rupicapra carpatica) στη Ρουμανία,

• Το αγριόγιδο των Βαλκανίων (R. rupicapra balcanica) στις διάφορες Βαλκανικές χώρες (Αλβανία, Βουλγαρία, Βοσνία- Ερζεγοβίνη, Ελλάδα, FYROM, Μαυροβούνιο, Σερβία),

• Το αγριόγιδο του Καυκάσου (R. rupicapra caucasica) και τέλος

• Το αγριόγιδο της Μικράς Ασίας (R. rupicapra asiatica).   

  Το Νότιο αγριόγιδο (R. pyrenaica) παρουσιάζει μια αισθητά μικρότερη γεωγραφική κατανομή σε σχέση με το προηγούμενο, και περιορίζεται σε τρεις μόνο γεωγραφικά απομονωμένες περιοχές.   

  Περιλαμβάνει συνολικά τρία υποείδη:

• Το αγριόγιδο των Πυρηναίων (R. pyrenaica pyrenaica),

• Το αγριόγιδο των Κανταβρηγικών ορέων (R. pyrenaica parva) και

• Το αγριόγιδο της οροσειράς των Απεννίνων (R. pyrenaica ornata).   

  Τo Αγριόγιδo της Ελλάδας ανήκει στο Βόρειο Αγριόγιδο (R. rupicapra) και συγκεκριμένα στο υποείδος των Βαλκανίων (R. rupicapra balcanica).   

  Θεωρείται ότι το γένος των αγριόγιδων (Rupicapra sp.) βρίσκεται μέχρι και σήμερα σε εξελικτική πορεία ειδογένεσης, λόγω της γεωγραφικής και κατά συνέπεια γενετικής απομόνωσης των πληθυσμών του στα διάφορα βουνά της Ευρώπης και της Δυτικής Ασίας.

  Το συνολικό πληθυσμιακό μέγεθος του αγριόγιδου στην Ελλάδα υπολογίζεται σε περίπου 1000 με 1500 ζώα, τα οποία κατανέμονται σε 6 γεωγραφικές ενότητες (Ομάδες Πληθυσμών), στις οποίες και συγκροτούν 24 διακριτούς πληθυσμούς. Επίσης θεωρείται πιθανή η παρουσία υπολειμματικών πυρήνων εξάπλωσης του είδους σε ελάχιστες ακόμα περιοχές της χώρας. Γενικά, το πρότυπο κατανομής του αγριόγιδου στην Ελλάδα είναι κατακερματισμένο.

  Οι έξι γεωγραφικές ενότητες που διατηρούν Ομάδες Πληθυσμών Αγριόγιδου στη χώρα μας είναι οι εξής:

Α. Οροσειρά Βόρειας Πίνδου με εννέα (9) κύριους πληθυσμούς,

Β. Οροσειρά Κεντρικής & Νότιας Πίνδου με έξι (6) κύριους πληθυσμούς,

C. Βουνά της Ρούμελης με τρεις (3) κύριους πληθυσμούς,

D. Όλυμπος με έναν (1) πληθυσμό,

E. Ευρύτερη περιοχή οροσειράς Ροδόπης- Φαλακρού με τέσσερις (4) κύριους πληθυσμούς,

F. Βουνά Βόρειων-Βορειοδυτικών συνόρων με έναν (1) κύριο πληθυσμό.

Κατανομή των επιμέρους 24 διακριτών πληθυσμών στις έξι Ομάδες Πληθυσμών αγριόγιδου στην Ελληνική επικράτεια. Άξονας X: Ομάδα πληθυσμών, άξονας Y: αριθμός πληθυσμών.

  Κατανομή των επιμέρους 24 διακριτών πληθυσμών στις έξι Ομάδες Πληθυσμών αγριόγιδου στην Ελληνική επικράτεια. Άξονας X: Ομάδα πληθυσμών, άξονας Y: αριθμός πληθυσμών.

  Αναφορικά με τα πληθυσμιακά μεγέθη των επιμέρους πληθυσμών του αγριόγιδου σε εθνικό επίπεδο, ανεξαρτήτως της Ομάδας πληθυσμών στην οποία αυτοί ανήκουν, σημειώνουμε τα παρακάτω: Ένας σημαντικός αριθ¬μός πληθυσμών (8 πληθυσμοί) εμφανίζουν ιδιαίτερα χαμηλά πληθυσμιακά μεγέθη (κατηγορία: «1 - 15 άτομα»). Τέσσερις (4) πληθυσμοί ανήκουν στην κατηγορία των «16 - 30 ατόμων» και έξι (6) πληθυσμοί εμπεριέχονται στην κατηγορία των «31 - 60 ατόμων». Στην αμέσως παραπάνω κατηγορία των «61 - 100 ατόμων» συμπεριλαμβάνονται δύο (2) πληθυσμοί και στην τελευταία κατηγορία με τον μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, δηλαδή «περισσότερα από 100 άτομα», περιλαμβάνονται τέσσερις (4) πληθυσμοί.

  Στην τελευταία κατηγορία, δηλαδή στους πληθυσμούς με περισσότερα από 100 άτομα: περιλαμβάνονται οι πληθυσμοί του όρους Τύμφη (Βόρεια Πίνδος), του όρους Γκιώνα (Ρούμελη), του Ολύμπου και του άσους του Φρακτού (Ροδόπη).

  Κατανομή όλων των πληθυσμών του αγριόγιδου σε εθνικό επίπεδο (ανεξάρτητα από την Ομάδα πληθυσμών στην οποία ανήκουν) σε κατηγορίες πληθυσμιακού μεγέθους και σύγκριση της κατάστασής τους το 2016 με εκείνη του 2003. Άξονας Χ: Κατηγορίες πληθυσμιακού μεγέθους, άξονας Υ: αριθμός πληθυσμών.

  Πρέπει να σημειώσουμε ότι συνήθως σε έναν πληθυσμό αγριόγιδου η αναλογία των δύο φύλων είναι λίγο πολύ η ίδια και γενικά τα άτομα ενός πληθυσμού –χάριν απλοποίησης- μπορούν να χωριστούν κατά τον εξής τρόπο σε τέσσερις (4) κατηγορίες ηλικίας/ φύλου:

(α) Αρσενικά ενήλικα (αρσενικά μεγαλύτερα των δύο ετών),

(β) Θηλυκά ενήλικα (Θηλυκά μεγαλύτερα των δύο ετών),

(γ) Βετούλια (άτομα μεγαλύτερα του ενός έτους και μικρότερα των δύο ετών ανεξαρτήτου φύλου),

(δ) Κατσίκια (άτομα ίσα ή μικρότερα του ενός έτους ανεξαρτήτου φύλου).

  Συνήθως –αλλά όχι απαραίτητα- σε έναν πληθυσμό αγριόγιδου στην Ελλάδα η πληθυσμιακή σύνθεση έχει ως εξής:

30-35 % Αρσενικά ενήλικα,

30-35% Θηλυκά ενήλικα,

10-15% Βετούλια και

20-25% Κατσίκια.

  Ο ρόλος και των δύο φύλων για την εξασφάλιση του μέλλοντος ενός πληθυσμού αγριόγιδων είναι ασφαλώς πολύ σημαντικός. Ωστόσο, θεωρούμε σημαντικό να τονίσουμε εδώ ότι σε έναν πληθυσμό αγριόγιδων, τα θηλυκά αντιστοιχούν σε ένα μέρος αυτού, που συνήθως αντιστοιχεί γύρω στο 1/3.

  Άρα, στην πραγματικότητα ο ανώτερος αριθμός γεννήσεων της επόμενης χρονιάς καθορίζεται -ως επί το πλείστον- από τον αριθμό των θηλυκών που σε καμία περίπτωση –υπό φυσιολογικές συνθήκες- δεν μπορεί να είναι πάνω από το 1/3 του συνολικού πληθυσμού -στην πραγματικότητα το ποσοστό αυτό είναι λίγο μικρότερο μια και δεν αναμένεται να γεννήσουν επιτυχώς όλα τα θηλυκά.

  Σε γενικές γραμμές, ο βιότοπος του αγριόγιδου αποτελείται από δύο κύρια μέρη. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και του φθινοπώρου, το αγριόγιδο απαντάται σε μεγάλα υψόμετρα, πάνω από τα δασοόρια, σε αλπικά ή υπο-αλπικά λιβάδια και γυμνά βράχια. Αργότερα, στο τέλος του φθινοπώρου, κινείται προς τα κάτω και έτσι, το χειμώνα και την άνοιξη, συναντάται συνήθως σε απότομες δασωμένες πλαγιές που βρίσκονται σε χαμηλότερα υψόμετρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα αγριόγιδα ενός πληθυσμού (ή συγκεκριμένα άτομα αυτού) παραμένουν μέσα στο δάσος, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ή ακόμα και όλο το χρόνο.

  Η κλασσική περιγραφή της «εικόνας» του καλοκαιρινού βιότοπου του αγριόγιδου αντιστοιχεί σε ένα αλπικό τοπίο, σαφώς πάνω από τα άνω δασοόρια ενός βουνού. Ωστόσο, τα δεδομένα για τους βιότοπους του αγριόγιδου συνεχώς εμπλουτίζονται, και τελευταία αρχίζει να διατυπώνεται ακόμα και η άποψη ότι είναι πιθανό οι πληθυσμοί του αγριόγιδου τελικά να «εξαναγκάστηκαν» στο παρελθόν, λόγω ενόχλησης από ανθρωπογενείς παράγοντες, να εγκατασταθούν στις υψηλές υψομετρικές ζώνες των βουνών.

  Δεν θα ήταν παράλογο, εάν λέγαμε, πως σήμερα βρισκόμαστε σε μια διαδικασία της επιστροφής του αγριόγιδου στον «χαμένο βιότοπο», και μπορούμε να βρούμε πληθυσμούς του είδους τόσο «κλασσικά» στα μεγάλα υψόμετρα (π.χ. 2500m) όσο και σε ιδιαίτερα χαμηλά υψόμετρα, όπως στα 400m- 500m. Αυτό δείχνει τελικά, ότι το υψόμετρο δεν είναι απαραίτητα ένας από τους κυριότερους παράγοντες για τον καθορισμό του βιοτόπου του αγριόγιδου. Αυτό που σίγουρα απαιτείται, για να θεωρείται μια περιοχή ως κατάλληλος βιότοπος του αγριόγιδου, είναι η ύπαρξη απότομων πλαγιών με πολλές μικρές κοιλάδες, που μπορούν να προσφέρουν ηρεμία και δυνατότητα διαφυγής, και συνεπώς προστασία σε περίπτωση κινδύνου.

  Σε γενικές γραμμές, κατά τη διάρκεια του έτους, τα αγριόγιδα αλλάζουν τον τόπο διαμονής τους, σύμ¬φωνα με τις κλιματολογικές συνθήκες και τη διαθεσιμότητα της τροφής. Το καλοκαίρι φαίνεται ότι προτιμούν τις μεγάλες υψομετρικές ζώνες, όπου οι συνθήκες είναι ευνοϊκότερες, μια και κατ΄ αυτόν τον τρόπο αποφεύγουν τις υψηλές θερμοκρασίες των χαμηλότερων υψομέτρων, και επίσης στα μέρη αυτά είναι πιο έντονη η παραγωγικότητα της βλάστησης κατά τη διάρκεια της εποχής αυτής. Σε αυτά τα μέρη, τα αγριόγιδα συχνάζουν σε λιβάδια, υπό την προϋπόθεση ότι βρίσκονται κοντά σε απότομους γκρεμούς και σάρες, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Σε αυτόν τον τύπο βιότοπου τα αγριόγιδα παραμένουν έως και την εποχή του ζευγαρώματος, δηλαδή τους μήνες Οκτώβριο - Δεκέμβριο. Με τις πρώτες χιονοπτώσεις, τα αγριόγιδα κατεβαίνουν σε χαμηλότερα υψόμετρα, συνήθως σε πλαγιές με νότιες εκθέσεις. Οι χειμερινές περιοχές του αγριόγιδου μπορεί να βρίσκονται είτε πάνω από τα άνω δασοόρια είτε μέσα σε δασώδεις περιοχές, με τη βασική προϋπόθεση ότι εκεί υπάρχουν από-κρημνες πλαγιές.

  Στις αρχές της άνοιξης, συναντώνται σε σχετικά χαμηλά υψόμετρα, όπου υπάρχει περισσότερη διαθέ¬σιμη τροφή. Στη συνέχεια, στα τέλη της άνοιξης, επιστρέφουν σταδιακά ξανά στις μεγάλες υψομετρικές ζώνες.

  Τα θηλυκά: Τα θηλυκά με τα μικρά ζουν σε ομάδες (κοπάδια), οι οποία συνήθως αποτελούνται από 5 έως 15 άτομα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να φτάσουν ακόμα και τα 40 με 50 ζώα. Βασικό ρόλο στο κοπάδι παίζει το τρίπτυχο «γιαγιά- μητέρα- κόρη». Αρχηγός του κοπαδιού είναι ένα από τα μεγαλύτερα και πιο έμπειρα θηλυκά. Τα μέλη του κοπαδιού είναι «υποχρεωμένα» να ακολουθούν αυστηρούς κανόνες ιεραρχίας, όπου τα πιο «αδικημένα» είναι τα νεαρά ζώα. Σε περίπτωση κινδύνου η αρχηγός του κοπαδιού ή κάποιο άλλο έμπειρο ζώο, βγάζει ένα χαρακτηριστικό ήχο, σαν σφύριγμα, ειδοποιώντας τα άλλα για την παρουσία απειλής. Τα θηλυκά παραμένουν στο κοπάδι της μητέρας τους, συνήθως για ολόκληρη τη ζωή τους.   
  Τα αρσενικά: Τα αρσενικά ζουν μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες με πολύ χαλαρή συνοχή, εκτός από την περίοδο του ζευγαρώματος, κατά τη διάρκεια της οποίας για ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα θα «παίξουν» το ρόλο του αρχηγού σε ένα κοπάδι θηλυκών.   
  Τα αρσενικά αφήνουν το κοπάδι της μητέρας τους σε ηλικία ένα με δύο χρόνων και περιπλανώνται έως ότου εγκατασταθούν μόνιμα σε μια δικιά τους περιοχή (επικράτεια), πράγμα που συνήθως συμβαίνει στην ηλικία των επτά –οκτώ ετών.   
 
  Το ζευγάρωμα: Ζευγαρώνουν του φθινοπωρινούς μήνες (αρχές Οκτωβρίου- αρχές Δεκεμβρίου). Κατά την περίοδο του ζευγαρώματος σκοπός του κυρίαρχου αρσενικού –εκτός από αυτό καθεαυτό το ζευγάρωμα- είναι να εκδιώξει κάθε πιθανό διεκδικητή των μελών του «χαρεμιού» του και να «κρατήσει» με κάθε τρόπο το κοπάδι κοντά του.   
  
  Οι γεννήσεις: Τα θηλυκά γεννούν ένα μικρό έπειτα από περίπου 160- 170 ημέρες κυοφορίας, δηλαδή τον Μάιο (μέσα Απριλίου- αρχές Ιουνίου).   
 
  Η τροφή: Τα αγριόγιδα τρέφονται κυρίως με διάφορα ποώδη φυτά και συμπληρωματικά και ανάλογα με την εποχή -και συνεπώς με τη διαθεσιμότητα της τροφής- με φύλλα πλατυφύλλων, βελόνες κωνοφόρων, κλαδάκια δέντρων, μπουμπούκια και λειχήνες.
  Ο ρόλος του αγριόγιδου στα οικοσυστήματα των μεγάλων βουνών της Ελλάδας είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Όταν το αγριόγιδο βρίσκεται σε μεγάλους αριθμούς, μπορεί και στηρίζει τροφικά τους πληθυσμούς ανώτερων θηρευτών, όπως του λύκου και του λύγκα. Έτσι, κατ αυτόν τον έμμεσο τρόπο, συνεισφέρει ακόμα και στη μείωση των ζημιών στο ζωικό κεφάλαιο που υφίστανται τα κοπάδια των κτηνοτρόφων από τα άγρια σαρκοφάγα. Ένας ακόμα φυσικός θηρευτής του αγριόγιδου είναι ο χρυσαετός, ο οποίος μπορεί να συλλάβει τα μικρά αγριόγιδα του πρώτους μήνες της ζωής τους.   
  Σε ορισμένα μεγάλα ορεινά συγκροτήματα του εξωτερικού, όπου υπάρχουν αξιόλογοι πληθυσμοί αγριόγιδων, αρκετά ζώα πεθαίνουν εξαιτίας των δυσμενών συνθηκών κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Τα κουφάρια αυτών των νεκρών αγριόγιδων χρησιμεύουν για τροφή των όρνεων, των γυπαετών και των χρυσαετών. Στη χώρα μας τα παραπάνω είδη αρπακτικών πουλιών κινδυνεύουν να εξαφανιστούν είτε από την περιορισμένη διαθέσιμη τροφή είτε από την κατανάλωση δηλητηριασμένων δολωμάτων που τοποθετούνται ενίοτε παράνομα στη φύση από «αγνώστους».
  Οι βασικότερες σήμερα καταγεγραμμένες απειλές για τη διατήρηση του αγριόγιδου στην Ελλάδα είναι η λαθροθηρία και η διάνοιξη δασικών και ορεινών δρόμων στους βιότοπούς του που διευκολύνουν κατά πολύ την πρόσβαση των λαθροκυνηγών.   
  Επίσης η εμφανής αδυναμία της πολιτείας να συμβάλει αποτελεσματικά στον περιορισμό της λαθροθηρίας και η αδιαφορία της πλειονότητας των πολιτών και των τοπικών αρχών έχουν τελικά σαν αποτέλεσμα την ενθάρρυνση της συνέχισης της δράσης των λαθροκυνηγών, που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν στην πλήρη ασυδοσία.   
  Νόμιμο κυνήγι για το αγριόγιδο δεν υφίσταται μια και το είδος είναι προστατευόμενο από το 1969 έως σήμερα. Παρόλα αυτά όμως –και σε αντίθεση με ότι θα αναμενόταν- είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις εκείνες όπου έχει καταγραφεί μια αξιόλογη αύξηση πληθυσμών αγριόγιδου. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων φαίνεται πως οι πληθυσμοί παρουσιάζουν περιστασιακές αυξομειώσεις, ανάλογα με τη διάθεση των τοπικών λαθροκυνηγών που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ικανοί να εξαλείψουν ακόμα και ολόκληρους πληθυσμούς αγριόγιδου. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα εντοπίζεται στην έλλειψη ουσιαστικής φύλαξης.   
  Στο βιότοπο του αγριόγιδου δρουν διάφορες -τοπικές και μη- συμμορίες λαθροκυνηγών, όπως επίσης και μεμονωμένοι λαθροκυνηγοί. Επισημαίνεται πως οι απόκρημνες τοποθεσίες, όπου συχνάζει το αγριόγιδο για προστασία, ενδέχεται συχνά να λειτουργούν ως παγίδες μια και στα λιγοστά -και συνήθως γνωστά στους λαθροκυνηγούς- περάσματα, εύκολα μπορούν να στήσουν καρτέρι με αυξημένες πιθανότητες επιτυχούς θήρευσης.   
  Στους έμμεσους παράγοντες, οι οποίοι επιδρούν αρνητικά στους πληθυσμούς του αγριόγιδου της χώρας μας, περιλαμβάνεται η διάνοιξη και χρήση ορεινών και δασικών δρόμων. Οι δρόμοι επιδρούν αρνητικά μια και σχετίζονται είτε με τη διευκόλυνση των λαθροκυνηγών είτε με τη συχνότερη και εντονότερη ενόχληση από δραστηριότητες ατόμων με ποικίλη ιδιότητα. Σαν αποτέλεσμα και ειδικά στην περίπτωση που οι παραπάνω δραστηριότητες είναι έντονες, συνεχείς ή συχνά επαναλαμβανόμενες, τα αγριόγιδα συχνά αδυνατούν να προσαρμοστούν και αποτραβιούνται στα πιο απόμερα μέρη του διαθέσιμου βιότοπού τους, τα οποία μπορεί και να μην είναι τα πλέον κατάλληλα από άποψη παροχής τροφής, καταφυγίου από θηρευτές και προστασίας από τις καιρικές συνθήκες. Δημιουργείται δηλαδή έτσι μια κατάσταση που αργά ή γρήγορα θα εκδηλώσει τις αρνητικές συνέπειές της στην εξέλιξη του πληθυσμού του αγριόγιδου.   
  Η παρουσία γενικά κοπαδιών οικόσιτων ζώων σε εγγύτητα ή μέσα στο βιότοπο του αγριόγιδου επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τα αγριόγιδα χρησιμοποιούν το βιότοπο. Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί η μεταφορά ασθενειών από τα κοπάδια των οικόσιτων ζώων προς τα αγριόγιδα.   
  Η προώθηση σχεδίων μαζικού τουρισμού, όπως εγκαταστάσεις χιονοδρομικών κέντρων και η ευρείας κλίμακας εξόρυξη μεταλλευμάτων στους βιότοπους του αγριόγιδου, έρχονται σε αντίθεση με τις όποιες προσπάθειες διατήρησης του είδους.   
  Οι διάφορες μορφές του υπαίθριου εναλλακτικού τουρισμού (ορειβασία, αναρρίχηση κά) δεν επηρεάζουν σε ανησυχητικό βαθμό τους πληθυσμούς του αγριόγιδου, παρά μόνο όταν αποκτούν μαζικό χαρακτήρα και γίνονται ανεξέλεγκτα. Στην Ελλάδα μάλιστα η συχνή παρουσία ορειβατών στον βιότοπο του αγριόγιδου σε ορισμένες θέσεις –κλειδιά για την επιβίωση του είδους, έχει συμβάλλει σημαντικά στην αύξηση των τοπικών πληθυσμών του αγριόγιδου.   
  Τα μικρά πληθυσμιακά μεγέθη και τα εμπόδια στις διαπληθυσμιακές επικοινωνίες -που οδηγούν στην πλήρη γεωγραφική απομόνωση- εγκυμονούν συνεχώς κινδύνους γενετικής αποδυνάμωσης των μικρών πληθυσμών του αγριόγιδου.   
  Επίσης προσπάθειες για πιθανές εισαγωγές και απελευθερώσεις αγριόγιδου σε φυσικούς βιότοπους από άλλες περιοχές -που επίσημα τουλάχιστον φαίνεται πως δεν έχουν γίνει μέχρι τώρα στη χώρα μας- εμπεριέχουν πάντα κινδύνους γενετικής αλλοίωσής των τοπικών πληθυσμών και εάν είναι αναγκαίο να γίνουν θα πρέπει να πληρούν αυστηρά συγκεκριμένες προδιαγραφές, όπως αυτές έχουν τεθεί από την επιστημονική κοινότητα. Διαφορετικά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνονται.   
  Τέλος, η κλιματική αλλαγή και η ενδεχόμενη μετάβαση σε συνθήκες θερμότερου κλίματος στη χώρα μας, δύναται να επηρεάσει αρνητικά τους πληθυσμούς του αγριόγιδου, ιδιαίτερα αυτούς που βρίσκονται στη νότια Ελλάδα.
  Το αγριόγιδο είναι προστατευόμενο είδος σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βέρνης (Σύμβαση για την προστασία της άγριας ζωής και των φυσικών οικοτόπων της Ευρώπης), η οποία υπογράφτηκε το 1979 από τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στη σύμβαση αυτή το αγριόγιδο περιλαμβάνεται στο Παράρτημα ΙΙΙ.   
  Επιπλέον, το υποείδος των Βαλκανίων συμπεριλαμβάνεται στην Οδηγία 92/43 της Ευρωπαϊκής Ένωσης "για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας χλωρίδας και πανίδας". Συγκεκριμένα, το αγριόγιδο των Βαλκανίων (Rupicapra rupicapra balcanica) ανήκει στο Παράρτημα ΙΙ (είδη Κοινοτικού ενδιαφέροντος των οποίων η διατήρηση επιβάλλει τον καθορισμό ειδικών ζωνών διατήρησης) και στο Παράρτημα ΙV (είδη Κοινοτικού ενδιαφέροντος που απαιτούν αυστηρή προστασία) της Οδηγίας 92/43 της Ε.Ε.   
  Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω, το αγριόγιδο των Βαλκανίων συμπεριλαμβάνεται στα αντίστοιχα Παραρτήματα ΙΙ και ΙV, της KYA 33318/3028/1998 {Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας}, η οποία και ενσωμάτωσε την Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43 στην Ελληνική εθνική Νομοθεσία.   
  Τέλος, το κυνήγι του αγριόγιδου απαγορεύεται στη χώρα μας από το έτος 1969, με βάση το Νόμο 86/69, περί Δασικού Κώδικα (Άρθρο 258, ενότητα 1Δ).
  Άλλα σύγχρονα συγγενικά με το αγριόγιδο είδη, τα οποία να είναι ταυτόχρονα και μέλη της ομάδας των Rupicaprini, δεν υπάρχουν ούτε στην Ελλάδα και ούτε στην Ευρώπη. Τους κοντινούς συγγενείς του αγριόγιδου θα τους αναζητήσει κανείς στα απόμερα υποτροπικά δάση και βουνά της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ασίας (οροσειρά Ιμαλαΐων και γύρω περιοχή), της Ταϊβάν, της Σουμάτρας και των Ιαπωνικών νήσων, καθώς και στα Βραχώδη όρη της Βορείου Αμερικής.   
  Τα πλησιέστερο συγγενικό με το αγριόγιδο είδος άγριου οπληφόρου θηλαστικού, το οποίο απαντάται στη χώρα μας, είναι ο αίγαγρος της Κρήτης (Capra aegagrus cretica). Το είδος αυτό, που ανήκει στην υποοικογένεια των Caprinae -όπως το αγριόγιδο- αλλά όχι στην ομάδα των Rupicaprini, παρουσιάζει σαφώς διαφορετική γεωγραφική κατανομή σε σχέση με το αγριόγιδο και σε καμία περίπτωση τα δύο είδη δεν είναι συμπατρικά, αφού ο αίγαγρος (αγριοκάτσικο) έχει πληθυσμούς σε ελεύθερη κατάσταση μόνο στη νησιωτική Ελλάδα (κυρίως στην Κρήτη) καθώς και στην Πάρνηθα όπου έγινε τεχνητή εισαγωγή του είδους εκεί από τον άνθρωπο.   
  Η υποοικογένεια Caprinae χωρίζεται σε τρεις φυλές: την Rupicaprini, την Caprini και την Ovibovini. Η Ovibovivi περιλαμβάνει δύο γένη και δύο είδη (Ovibos moschatus, Budocras taxicolor), ενώ η Caprini περιλαμβάνει πέντε γένη και 18 είδη (Ammotragus spp., Psudois spp., Hemitragus spp., Capra spp. και Ovis spp.), ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται το οικιακό πρόβατο, η οικιακή κατσίκα και ο αίγαγρος (Capra aegagrus). H φυλή των Rupicaprini, στην οποία ανήκει και το αγριόγιδο, περιλαμβάνει τέσσερα γένη και εννέα είδη: Capricornis spp. (C. sumatraensis, C. crispus, C. swinhoei), Naemorhedus spp. (Ν baileyi, Ν caudatus, N. goral), Oreamnos spp. (O. americanus) και Rupicapra spp. (R. rupicapra, R. pyrenaica) (Shackleton & Lovari, 1997). Όλα τα είδη της φυλής αυτής κατανέμονται στην Ευρασία, ενώ μόνο ένα (Oreamnos americanus) απαντάται αποκλειστικά στη Βόρεια Αμερική.